ἐφικάνω
ἐφικάνω, reach
ἐφῐκάνω [ᾱ],
- = sq., χαλεπὸν δʼ ἐπὶ γῆρας ἱκάνει Od. 11.196; ὅσον τʼ ἐπὶ θυμὸς ἱκάνοι Parm. 1.1.
ἐφικάνω, = ἐφικνέομαι ; als Tmesis rechnet man hierher χαλεπὸν δʼ ἐπὶ γῆρας ἱκάνει Od. 11.196.
ἐφικάνω
= ἐφικνέομαι, Od.