ἐφιπποτοξότης Save Bailly 2024 Pape ἐφιππο·τοξότης, ου (ὁ) archer monté, DS. 19, 30 var. Étym. ἔφιππος, τ. ἐφιπποτοξότης, ὁ, v.l. für ἀμφιπποτοξότης.