ἑκτικόω
producir fiebres hécticas en v. pas.
οἶδα ... ἑκτικωθέντας τινὰς ... ἀμετρότερον (τὸ ἀψίνθιον) δεξαμένους ...
producir fiebres hécticas en v. pas.
οἶδα ... ἑκτικωθέντας τινὰς ... ἀμετρότερον (τὸ ἀψίνθιον) δεξαμένους ...