ἑκτημορίτης
ἑκτημορ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- = ἑκτημόριον, Gal. 1.144.
metrol. un sexto medida de capacidad para líquidos
ὁ ἑ. τῆς κοτύλης
ἑκτημορίτης, ου (ὁ) c. le préc. Gal. 2, 312.
Étym. ἑκτημόριος.
ἑκτημορίτης, ὁ, = ἑκτημόριον, der sechste Teil, Galen.