ἐκτεχνάομαι
ἐκτεχνάομαι, devise a plan
ἐκτεχνάομαι,
- devise a plan, τοιόνδε τι ἐξετεχνήσαντο Th. 6.46.
1 urdir, tramar
τοιόνδε τι ἐξετεχνήσαντο
2 crear
τὰ ἐξ ἀνθρωπείας χειρός τε καὶ ἐπιστήμης ἐκτετεχνημένα
las obras creadas por la mano y el conocimiento humanos
ἐκ·τεχνάομαι-ῶμαι (ao. 3 sg. ἐξετεχνήσατο) imaginer, inventer, Thc. 6, 46.
ἐκτεχνάομαι, med., auskünsteln, sinnreich erfinden, Thuc. 6.46.