ἑπτακαιεικοσέτης
ἑπτακαιεικοσέτης, twenty-seven years old
ἑπτᾰκαιεικοσέτης, ες,
- twenty-seven years old, IG 9(1).873 (Corc., iii B. C.).
ἑπτακαιεικοσ·έτης, ης, ες [ᾰ] c. ἑπτακαιεικοσαέτης, Anth. App. 251.
ἑπτακαιεικοσέτης
from ἑπτακαιείκοσι
ἑπτακαιεικοσ-έτης, ες
- twenty-seven years old, Anth.