ἑπτακαιδεκετής Save Bailly 2024 Pape ἑπτακαιδεκ·ετής, ής, ές [ᾰ] c. ἑπτακαιδεκαετής, Pol. 4, 24, 1 ; DL. 5, 6. ἑπτακαιδεκετής, ές, siebzehnjährig, DL. 5.6. S. ἑπτακαιδεκαετής.