ἑπτακαιεικοσαπλάσιος
ἑπτακαιεικοσαπλάσιος, twenty-seven fold
ἑπτᾰκαιεικοσα-πλάσιος [πλᾰ], ον,
- twenty-seven fold, Pl. Ti. 35c (v.l. -σιπλ-), Theol.Ar. 4,41 (v.l. -σιπλ-):—also ἑπτᾰκαιεικοσα-πλασίων, ονος, ὁ, ἡ, Placit. 2.21.1.
ἑπτακαιεικοσα·πλάσιος, ος, ον [τᾰᾰσ] vingt-sept fois aussi grand ou nombreux, Plat. Tim. 35e.
Étym. ἑ. etc. -πλάσιος.
ἑπτακαιεικοσαπλάσιος, siebenundzwanzigfach, Plat. Tim. 35e.