ἑστιατορία
ἑστιατορία, allowance of food
ἑστιᾱτ-ορία, ἡ,
- allowance of food, LXX 4 Ki. 25.30.
- 2 feast, ib. Da. 5.23; ἑ. γερδίων PTeb. 584 (ii A. D.).
ἑστιατορία, ας (ἡ) [ᾱτ] festin, Spt. 4 Reg. 25, 30.
Étym. ἑστιάτωρ.
ἑστιατορία, [τιᾱ], ἡ, = ἑστίασις, LXX.