Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἑστιᾶχος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐστήρικτο
ἐστήριξε
ἔστησα
ἔστησαν
ἔστησε
ἐστί
ἔστι
ἑστία
Ἑστία
Ἑστίαια
Ἑστιαιεύς
Ἑστιαιόθεν
Ἑστιαῖον
Ἑστιαῖος
Ἑστιαιῶτις
ἑστίαμα
ἑστιαρχέω
ἑστιάρχης
ἑστίαρχος
Ἑστιάς
ἑστιάς
ἑστίασις
Ἑστιασταί
ἑστιατήρ
ἑστιατήριον
ἑστιατικός
ἑστιατορία
ἑστιατόριον
ἑστιατορίς
ἑστιάτωρ
ἑστιᾶχος
ἑστιάω
ἐστίν
Ἑστιόδωρος
ἔστιοι
ἑστιόομαι
ἑστιοπάμων
ἕστιος
ἑστιουχέω
ἑστιοῦχος
ἑστιόω
ἐστιτρώσκω
ἔστιχον
ἐστιχόωντο
ἑστιῶν
ἑστιῶτις
Ἑστιῶτις
ἕστο
ἐστοξεύω
ἐστόρεσε
ἐστοχασμένως
ἔστραμμαι
ἐστραμμένως
ἐστρατόωντο
ἐστρέχω
Ἐστρῆνες
ἐστρίς
ἐστρωμένος
ἔστρωτο
ἔστυγον
ἐστυμμένως
…
ἑστιᾶχος
Save
LSJ
ἑστιᾶχος·
οἰκουρός κτλ.,
Hsch.
(cf.
ἑστιοῦχος
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}