Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἑστιόδωρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔστησαν
ἔστησε
ἐστί
ἔστι
ἑστία
Ἑστία
Ἑστίαια
Ἑστιαιεύς
Ἑστιαιόθεν
Ἑστιαῖον
Ἑστιαῖος
Ἑστιαιῶτις
ἑστίαμα
ἑστιαρχέω
ἑστιάρχης
ἑστίαρχος
Ἑστιάς
ἑστιάς
ἑστίασις
Ἑστιασταί
ἑστιατήρ
ἑστιατήριον
ἑστιατικός
ἑστιατορία
ἑστιατόριον
ἑστιατορίς
ἑστιάτωρ
ἑστιᾶχος
ἑστιάω
ἐστίν
Ἑστιόδωρος
ἔστιοι
ἑστιόομαι
ἑστιοπάμων
ἕστιος
ἑστιουχέω
ἑστιοῦχος
ἑστιόω
ἐστιτρώσκω
ἔστιχον
ἐστιχόωντο
ἑστιῶν
ἑστιῶτις
Ἑστιῶτις
ἕστο
ἐστοξεύω
ἐστόρεσε
ἐστοχασμένως
ἔστραμμαι
ἐστραμμένως
ἐστρατόωντο
ἐστρέχω
Ἐστρῆνες
ἐστρίς
ἐστρωμένος
ἔστρωτο
ἔστυγον
ἐστυμμένως
ἐστυφέλιξε
ἐστώ
ἔστω
…
Ἑστιόδωρος
Save
Bailly 2024
Ἑστιό·δωρος,
ου
(
ὁ
) Hestiodôros,
h.
Thc.
2, 70
.
Étym.
ἑστία, δῶρον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}