ἑτεροσχημάτιστον Save Bailly 2024 Pape ἑτερο·σχημάτιστον, ου (τὸ) [ᾰ] forme de syntaxe anacoluthique, Phœbamm. 8, 503 W. Étym. ἕ. σχηματίζω. ἑτεροσχημάτιστον, τό, eine anakoluthische Redefigur, Rhett.