ἔκμακτρον
ἔκμακτρον, an impress
ἔκμακτρον, τό,
- impress, ποδῶν E. El. 535.
huella
ποδῶν
ἔκμακτρον, ου (τὸ) empreinte, Eur. El. 535.
Étym. ἐκμάσσω.
ἔκμακτρον, τό, = ἔκμαγμα, Eur. El. 535.
ἔκμακτρον, ου, τό,
ἐκμάσσω
- an impress, Eur.