ἐμφυτεύω
ἐμφυτεύω, implant, engraft
- implant, engraft, Pl. Ti. 70c, IG 12(7).62.34 (Amorgos):—Pass., Thphr. CP 1.6.1, etc.; ἐλαίας ἐμπεφυτευμένας ἐν τοῖς κοτίνοις D.S. 5.16: metaph., of souls, σώμασιν ἐμφυτευθῆναι Pl. Ti. 42a.
- 2 metaph., ἐμφυτεύειν μονάρχους τοῖς Ἕλλησι Plb. 2.41.10, cf. 9.29.6; ἐν τῆ ψυχῆ παράδεις ον ἀρετῶν Ph. 1.335.
- II Pass., of land, to be granted on terms of ἐμφύτευσις, PMasp. 298.17 (vi A. D.), Just. Nov. 7.3.3.
I
1 bot. plantar vegetales
τὰ φυτά
ἀμπέλους
ἐλᾴδια
τὰ σπέρματα
παρὰ δὲ ταῖς] ἐνφυτευομέναις ἀμπέλοις ἐν τοῖς ... πλ[έθροις
• fig. c. dat.
ἃ ... ἀπεφήνατο κάλλιστα, ταῦτα τοῖς σεμνοῖς κήποις ἐμφυτεύσας
ἐν τῇ ψυχῇ παράδεισον ἀρετῶν
ἐν αὐτῷ τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου πνεύματος
ψυχῆς ἄνθος ἐμπεφυτευμένον σώματι καλῷ
ῥόδον δὲ ἐμπεφυτεῦσθαι ταῖς παρειαῖς
ἐνεφυτεύθη ... τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν τῇ γῇ
2 bot. injertar c. dat.
τῷ κοτίνῳ ἥμερον (ἐλαίαν)
τὸ ἐμφυτευόμενον
rama injertada en el patrón, e.e., injertoοὐδ' ἐὰν ἐμφυτευθῶσιν εἰς συκῆν (οἱ ἐρινεοί)
ἐλαίας ἐμπεφυτευμένας ἐν τοῖς κοτίνοις
3 fig. establecer, implantar
τυράννους
τὴν αὑτῶν φιλαργυρίαν καὶ μικρολογίαν
ὁμόνοιαν
μονάρχους ... τοῖς Ἕλλησι
τῷ πλάσματι τὴν ζωήν
ἁρμονίαν ... τοῖς μαθηταῖς
τὴν ἐλπίδα
ὁπότε δὴ σώμασιν ἐμφυτευθεῖεν (αἱ ψυχαί)
τὰ πάθη ... ἡμῖν ἐνεφυτεύθη
ὁ θεῖος νόμος ... ἐν καρδίαις σαρκίναις ἐμπεφυτευμένος
II jur.
1 ceder, arrendar en régimen de enfiteusis
μόνοις εὐπόροις δεῖ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐμφυτεύειν
ἐμφυτευθὲν κτῆμα
2 en v. med. recibir en régimen de enfiteusis, Cod.Iust.1.2.24.5, PMasp.299.1.30 (VI d.C.).