About Report a problem

Menu

ἐμφυτευτικός

ἐμφυτευτικός, concerning

ἐμφῠτ-ευτικός, ή, όν,
  • concerning ἐμφύτευσις or ἐμφυτεύματα, κανών, συγγραφή, Just. Nov. 7.3.2; δίκαιον PMasp. 298.39 (vi A. D.).

Saved

Recent