ἐμφυτευτικός
ἐμφυτευτικός, concerning
ἐμφῠτ-ευτικός, ή, όν,
- concerning ἐμφύτευσις or ἐμφυτεύματα, κανών, συγγραφή, Just. Nov. 7.3.2; δίκαιον PMasp. 298.39 (vi A. D.).
jur. enfitéutico, ius
ἐ.
δίκαιον
συγγραφή
συμβόλαιον
ὁμολογία
πάκτον
κανών
ἐμφυτευτικός, ή, όν, Erbpacht betreffend, Novell.