Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμφυτευτικάριος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἐμφρών
ἐμφυής
ἐμφυλάττω
ἐμφύλιος
ἐμφυλλίζω
ἐμφύλλιον
ἐμφυλλισμός
ἔμφυλλος
ἔμφυλος
ἔμφυμα
ἐμφύνω
ἐμφυραματοπώλης
ἐμφυράω
ἐμφύρω
ἐμφυσάω
ἐμφύσημα
ἐμφυσηματώδης
ἐμφύσησις
ἐμφυσητέον
ἐμφυσητής
ἐμφυσητικός
ἐμφυσητός
ἐμφυσιόω
ἔμφυσις
ἐμφυσίωσις
ἐμφυτεία
ἐμφύτευμα
ἐμφύτευσις
ἐμφυτευταί
ἐμφυτευτής
ἐμφυτευτικάριος
ἐμφυτευτικός
ἐμφυτεύω
ἔμφυτος
ἐμφύτως
ἐμφύω
ἐμφωλεύω
ἐμφωνέομαι
ἐμφωνέω
ἔμφωνος
ἐμφώτειος
ἐμφωτίζομαι
ἐμφωτίζω
ἐμφώτιος
ἔμφωτον
ἐμψάομαι
ἐμψαύω
ἐμψάω
ἐμψηφίζω
ἐμψηφολογέω
ἔμψηφος
ἐμψήχω
ἐμψιέω
ἐμψιθυρίζω
ἐμψίω
ἔμψογος
ἐμψοφέω
ἔμψοφος
ἐμψυκτέον
ἐμψυκτικός
ἔμψυξις
…
ἐμφυτευτικάριος
Save
Pape
ἐμφυτευτικάριος
, ὁ,
Erbpächter
, Basilic.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}