ἔολπα
ἔολπα, ας, ε, poet. pf. with pres. sense of ἔλπομαι (q.v.).
ἔολπα, v. ἔλπω.
ἔολπα, s. ἔλπω.
ἔολπα
pf. ἔλπω.
ἔολπα : see ἔλπω.
pf. ἔλπω.