ἑορταῖος
ἑορταῖος, festal
ἑορτ-αῖος, α, ον,
- festal, καιροί D.H. 4.74.
ἑορταῖος, α, ον, de fête, DH. 2, 817, 6 Reiske.
Étym. ἑορτή.
ἑορταῖος, festlich, καιροί Dion.Hal. 4.74.
ἑορταῖος, festal