ἑορτασμός Save LSJ Bailly 2024 Pape ἑορτ-ασμός, ὁ, = ἑόρτασις, Plu. Suav. 2.1101e (nisi leg. -ασίμων), Gloss. ἑορτασμός, οῦ (ὁ) c. ἑόρτασις, Plut. M. 1101e. ἑορτασμός, ὁ, = ἑόρτασις, Plut.