ἑλκτικός
ἑλκτικός, fit for drawing, attractive
- fit for drawing, attractive, πρός τι Pl. R. 523a, cf. Thphr. CP 3.17.3 (Comp.), Ael. NA 17.6.
capaz de arrastrar o atraer sent. fís.
τὸ σπλάγχνον ... ἑλκτικόν
τοῦ θρεπτικοῦ φυσικαὶ δυνάμεις εἰσὶ τέσσαρες, ἑλκτικὴ καθεκτικὴ ἀλλοιωτικὴ ἀποκριτική
δύναμις ... ἑλκτικὴ τῶν οἰκείων
ἑλκτικὴ τῆς ἐν τῷ βάθει νοτίδος ... ἐστιν ἡ συκῆ
• sent. intelectual capaz de atraer hacia gener. c. πρός y ac.
μάθημα ... ἑ. ... πρὸς οὐσίαν
ἑλκτικαῖς ἡδονῶν περιαγωγαῖς πρὸς ἀκρασίαν
πρὸς ἡδονὰς ὢν ἑ. (νόμος)
ἐπαοιδαὶ ... ἑλκτικαί
- fit for drawing, attractive, Plat.