ἡγεμονίδης Save LSJ Bailly 2024 ἡγεμον-ίδης, ου, ὁ, = ἡγεμών, LXX 2 Ma. 13.24. ἡγεμονίδης, ου (ὁ) c. ἡγεμών, Spt. 2 Macc. 13, 24.