ἡγέτης
ἡγέτης, a leader
ἡγέτης, ου, ὁ, Dor. ἁγ- ( ἀγ-), (ἡγέομαι)
- leader, voc. ἡγέτα ὁδοῖο Epigr.Gr. 1035.13 (Pergam.); ἀγέτα κώμων Orph. H. 52.7 codd.; ἀ. θηροσύνας AP 6.167 (Agath.):—fem. ἁγέτις, ιδος, ib. 7.425 (Antip.Sid.).
ἡγέτης, ου (ὁ) guide, chef, Syn. ||
➳ Dor. voc. ἀγέτα [ᾱγ] Orph. H. 51, 7.
Étym. ἡγέομαι.
ἡγέτης, ὁ, der Führer, Anführer, VLL Vgl. ἀγέτης.
ἡγέτης, ου,
ἡγέομαι
- a leader, Anth.