ἡγεμονηΐς Save LSJ Bailly 2024 Pape ἡγεμον-ηΐς, ΐδος, ἡ, poet. for ἡγεμονίς, Man. 4.98. ἡγεμονηΐς, ΐδος, adj. f. de chef, Man. 4, 98. Étym. ἡγεμών. ἡγεμονηΐς, ίδος, ἀρχή, = ἡγεμονία, Man. 4.98.