ἡμιθανής
ἡμιθανής, half-dead
ἡμι-θᾰνής, ές,
- half-dead, Str. 2.3.4, LXX 4 Ma. 4.11, Ev.Luc. 10.30, AP 11.392 (Lucill.), PAmh. 2.141.13 (iv A.D.).
ἡμι·θανής, ής, ές [ῐᾰ] à demi mort, Str. 98 ; Anth. 11, 392.
Étym. ἡμι-, θνῄσκω.
ἡμιθανής, ές, halb tot ; Strab. II.98 ; Lucill. 66 (XI.392) u. a.Sp.
Strong 2253
**†
half-dead: Lk 10:30.†
ἡμιθανής
ἡμι-θᾰνής, ές
θνῄσκω
- half-dead, Anth.