ἡμιθαλής
ἡμιθαλής, half-green
ἡμι-θᾰλής, ές, (θάλλω)
- half-green, στέφανοι AP 7.465 (Heraclit.).
ἡμι·θαλής, ής, ές [ῐᾰ] à demi verdoyant, Anth. 7, 465.
Étym. ἡμι-, θάλλω.
ἡμιθαλής, ές, halb grünend, στέφανοι Heralid. 1 (VII.465).
ἡμιθαλής
ἡμι-θᾰλής, ές
θάλλω
- half-green, Anth.