ἡμίθαλπτος Save Bailly 2024 Pape ἡμί·θαλπτος, ος, ον [ῐ] à moitié chaud, Hld. 2, 19. Étym. ἡμι-, θάλπω. ἡμίθαλπτος, halb erwärmt, v.l. für ἡμίοπτος, Heliod. 2.19.