Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμιπήχιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμιόλκιον
ἡμίολος
ἡμιονάγριον
ἡμιόνειος
ἡμιονηγός
ἡμιονικός
ἡμιόνιον
ἡμιονίς
ἡμιονίτης
ἡμιονῖτις
ἡμιονόκουρος
ἡμίονος
ἡμίοπλος
ἡμίοπος
ἡμίοπτος
ἡμιούγγιον
ἡμιουγκιαῖος
ἡμιούγκιον
ἡμιουδαῖος
ἡμιπαγής
ἡμιπαθής
ἡμιπαίδευτος
ἡμιπαχής
ἡμιπέλεκκον
ἡμιπέπανος
ἡμιπέπειρος
ἡμίπεπτος
ἡμιπέπων
ἡμιπέρσης
ἡμιπήχειον
ἡμιπήχιον
ἡμιπηχυαῖος
ἡμίπηχυς
ἡμίπλαστος
ἡμίπλεθρον
ἡμίπλεκτος
ἡμίπλευρος
ἡμίπλεως
ἡμιπληγής
ἡμιπληγία
ἡμιπλήξ
ἡμιπληξία
ἡμιπλήρης
ἡμιπλήρωτος
ἡμιπλίνθιον
ἡμίπνικτος
ἡμίπνοος
ἡμίπνους
ἡμιποδιαῖος
ἡμιπόδιον
ἡμιπόδιος
ἡμιποίητος
ἡμίπολον
ἡμιπόνηρος
ἡμίπους
ἡμίπτωτος
ἡμιπύργιον
ἡμίπυρος
ἡμιπύρωτος
ἡμιρενής
ἡμιρόδιον
…
ἡμιπήχιον
Save
Bailly 2024
ἡμιπήχιον,
ου
(
τὸ
)
[
μῐ
]
c. le préc.
Hipparq.
1093
d
Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}