ἡμίπηχυς
ἡμίπηχυς, of half a cubit
ἡμί-πηχυς, υ,
- of half a cubit, διάστημα S.E. M. 10.132: as Subst., δύο -πήχεα ib. 127; half a cubit high, ἄνθρωπος Phld. Sign. 2.
ἡμίπηχυς, neutre υ [ῐ] c. le préc. Sext. M. 10, 132, 140.
Étym. ἡμι-, πῆχυς.