ἰκτεριώδης
ἰκτεριώδης, jaundiced
ἰκτερ-ιώδης, ες,
- = ἰκτερικός, Hp. Aph. 5.72, Dsc. 3.1; and ἰκτερ-όεις, εσσα, εν, χλόος Nic. Al. 475.
ἰκτεριώδης, ης, ες, c. le préc. Hpc. Aph. 1256.
Étym. ἴκτερος, -ωδης.
ἰκτεριώδης, ες, gelbsüchtig, Hippocr.