Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰκριοπηγός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰκμαίνω
ἰκμαῖος
ἰκμαλέος
Ἰκμάλιος
ἴκμαρ
ἰκμάς
ἰκμασία
ἰκματώδης
ἰκμάω
ἴκμενος
ἴκμη
ἴκμιος
ἰκμόβωλον
ἰκμώδης
ἰκνά
ἱκνέομαι
ἱκνευμένως
ἱκνούμενος
ἱκνουμένως
ἴκνυς
ἱκοίμαν
ἱκόμην
Ἰκόνιον
Ἰκός
Ἴκος
ἴκρια
ἰκριάς
ἰκρίδιον
ἴκρινον
ἴκριον
ἰκριοπηγός
ἰκριοποιέω
ἰκριοποίησις
ἰκριοποιός
ἰκριόω
ἰκρίωμα
ἰκριωτήρ
ἰκριωτῆρες
ἱκταῖος
ἴκταρ
ἰκτέα
ἰκτεράω
ἰκτερίας
ἰκτεριάω
ἰκτερικός
ἴκτερις
ἰκτερίτης
ἰκτεριώδης
ἰκτερόεις
ἰκτερόομαι
ἴκτερος
ἰκτερώδης
ἴκτευ
ἴκτηρ
ἱκτήρ
ἱκτηρία
ἱκτήριος
ἵκτης
ἰκτιδέα
ἰκτίδεος
ἰκτιδῆ
…
ἰκριοπηγός
Save
Pape
ἰκριοπηγός
, = ἰκριοποιός,
Gerüste zusammenfügend
, Poll. 7.125.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}