ἰκτερώδης
ἰκτερώδης, jaundiced
ἰκτερ-ώδης, ες,
- = ἰκτερικός, Hp. Epid. 3.17.ιγʹ.
ἰκτερώδης, ης, ες, c. ἰκτεριώδης, Hpc. Epid. 3, 1111.
ἰκτερώδης, ες, = ἰκτεριώδης, Medic.
ἰκτερώδης, jaundiced