ἴκτηρ Save LSJ Bailly 2024 ἴκτηρ, ερος, ὁ, = ἴκτερος, acc. ἴκτερα v.l. in LXX Le. 26.16. ἴκτηρ, ερος (ὁ) seul. acc. ἴκτερα, c. ἴκτερος, Spt. Lev. 26, 16.