ἱκταῖος
ἱκταῖος, α, ον,
- = ἱκέσιος, A. Supp. 385 [lyr., with penult. short].
ἱκταῖος, α, ον, c. ἱκετικός, Eschl. Suppl. 385 vulg.
Étym. conj. ἴκτιος.
ἱκταῖος, = ἱκετήριος, Aesch. Suppl. 380, l.d.