ἰσοπάλαιστος
ἰσοπάλαιστος, a span long
ἰσο-πάλαιστος [ᾰ], ον,
- a span long, AP 6.287 (Antip.). [ῑ . . ᾰ]
ἰσο·πάλαιστος, ος, ον [ῐ̄ᾰλ] long d’une palme, Anth. 6, 287.
Étym. ἴ. παλαιστή.
ἰσοπάλαιστος, eine παλαιστή lang od. breit, Antip.Sid. 23 (VI.287).
ἰσοπάλαιστος
ἰσο-πάλαιστος, ον
παλαιστή
- a span long, Anth.