ἰτριοπώλης
ἰτριοπώλης, dealer in cakes
ἰτριοπώλης, ου, ὁ,
- dealer in ἴτρια, prob. in Poll. 7.30.
ἰτριοπώλης, ὁ, Kuchenhändler, Poll. 7.30. Vgl. ἰτροπώλης, χιδροπώλης.
ἰτριοπώλης, dealer in cakes