ἰτητικός
ἰτητικός, most ready to encounter
ἰτ-ητικός, ή, όν,
- = ἰταμός, Max.Tyr. 41.5: Comp., ib. 21.2: Sup. -ώτατον ὁ θυμὸς πρὸς τοὺς κινδύνους most ready to encounter dangers, Arist. EN 1116b26.
ἰτητικός, ή, όν [ῐτ] au sup. -ώτατος, c. ἰταμός, Arstt. Nic. 3, 8, 10.
ἰτητικός, = ἴτης, ἰταμός ; Arist. Eth. 3.8 ἰτητικώτατον ὁ θυμὸς πρὸς τοὺς κινδύνους ; einzeln bei Sp.