About Report a problem

Menu

ἷτθαι

ἷτθαι· ἧσθαι, Hsch. ἰτθέλαν· διφθέραν, Id. (cf. ἰξαλῆ). ἰτλαί· οἷς <ἐν>τείνουσι τὰς ὤας τοῦ ὑφαινομένου μυγελεῖς (fort. Πυγελεῖς) · οἱ δὲ τοὺς μίτους, Id.

Saved

Recent