ἱππομαχικός
ἱππομαχικός, of a horse-fight
ἱππομᾰχ-ικός, ή, όν,
- of a horse-fight, νίκη St.Byz. s.v. Ἀλάβανδα.
ἱππομαχικός, ή, όν [ᾰ] relatif à un combat de cavalerie, E. Byz. vo Ἀλάβανδα.
Étym. ἱππόμαχος.