Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἴμβηρις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱματεύομαι
ἱματηγός
ἱματιδάριον
ἱματίδιον
ἱματίζω
ἱματιοθήκη
ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκλέπτης
ἱματιομίσθης
ἱματιομισθωτής
ἱμάτιον
ἱματιοπαραλήμπτης
ἱματιοπλύτης
ἱματιοποιΐα
ἱματιοπράτης
ἱματιοπωλέω
ἱματιοπώλης
ἱματιοπωλικόν
ἱματιοπῶλις
ἱματιόπωλις
ἱματιουργική
ἱματιουργικός
ἱματιοφόριον
ἱματιοφορίς
ἱματιοφυλακέω
ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφύλαξ
ἱματισμός
ἱμάω
ϝιμβάναι
ἴμβηρις
Ἰμβρασίδης
Ἰμβράσιος
Ἰμβρασίς
Ἴμβρασος
Ἴμβριος
Ἴμβρος
ἱμείρω
ἴμεν
ἴμεναι
ἱμέρα
Ἱμέρα
Ἱμεραῖον
Ἱμεραῖος
ἱμεράμπυξ
Ἱμέρας
Ἱμέριος
ἱμερόγυιος
ἱμεροδερκής
ἱμερόεις
ἱμεροθαλής
ἱμερόνοος
ἱμερόνους
ἱμερόομαι
ἱμερόπνους
ἵμερος
ἱμερόφρων
ἱμερόφωνος
ἰμερόφωνος
ἰμέρρω
ἱμερτός
…
ἴμβηρις
Save
LSJ
ἴμβηρις,
= ἔγχελυς, at Methymna,
Hsch.
(cf. Lith.
ungurỹs
‘eelʼ).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}