Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἰμβρασίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱματίδιον
ἱματίζω
ἱματιοθήκη
ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκλέπτης
ἱματιομίσθης
ἱματιομισθωτής
ἱμάτιον
ἱματιοπαραλήμπτης
ἱματιοπλύτης
ἱματιοποιΐα
ἱματιοπράτης
ἱματιοπωλέω
ἱματιοπώλης
ἱματιοπωλικόν
ἱματιοπῶλις
ἱματιόπωλις
ἱματιουργική
ἱματιουργικός
ἱματιοφόριον
ἱματιοφορίς
ἱματιοφυλακέω
ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφύλαξ
ἱματισμός
ἱμάω
ϝιμβάναι
ἴμβηρις
Ἰμβρασίδης
Ἰμβράσιος
Ἰμβρασίς
Ἴμβρασος
Ἴμβριος
Ἴμβρος
ἱμείρω
ἴμεν
ἴμεναι
ἱμέρα
Ἱμέρα
Ἱμεραῖον
Ἱμεραῖος
ἱμεράμπυξ
Ἱμέρας
Ἱμέριος
ἱμερόγυιος
ἱμεροδερκής
ἱμερόεις
ἱμεροθαλής
ἱμερόνοος
ἱμερόνους
ἱμερόομαι
ἱμερόπνους
ἵμερος
ἱμερόφρων
ἱμερόφωνος
ἰμερόφωνος
ἰμέρρω
ἱμερτός
ἱμερώδης
ἰμέσος
ἴμεστος
…
Ἰμβρασίς
Save
Bailly 2024
Ἰμβρασίς,
ίδος
[
ᾰ
]
adj. f.
c. le préc.
Nic.
Al.
150
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}