Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱματιοπλύτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱμαντομάχος
ἱμαντοπάροχος
ἱμαντοπέδη
ἱμαντόπους
ἱμαντοσκελής
ἱμαντοτομέω
ἱμαντοτόμος
ἱμαντόω
ἱμαντώδης
ἱμάντωμα
ἱμάντωσις
ἱμαοιδός
ἱμάς
ἱμάσθλη
ἱμάσκω
ἱμασσία
ἱμάσσω
ἱματανωπερίβαλλοι
ἱματεύομαι
ἱματηγός
ἱματιδάριον
ἱματίδιον
ἱματίζω
ἱματιοθήκη
ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκλέπτης
ἱματιομίσθης
ἱματιομισθωτής
ἱμάτιον
ἱματιοπαραλήμπτης
ἱματιοπλύτης
ἱματιοποιΐα
ἱματιοπράτης
ἱματιοπωλέω
ἱματιοπώλης
ἱματιοπωλικόν
ἱματιοπῶλις
ἱματιόπωλις
ἱματιουργική
ἱματιουργικός
ἱματιοφόριον
ἱματιοφορίς
ἱματιοφυλακέω
ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφύλαξ
ἱματισμός
ἱμάω
ϝιμβάναι
ἴμβηρις
Ἰμβρασίδης
Ἰμβράσιος
Ἰμβρασίς
Ἴμβρασος
Ἴμβριος
Ἴμβρος
ἱμείρω
ἴμεν
ἴμεναι
ἱμέρα
Ἱμέρα
Ἱμεραῖον
…
ἱματιοπλύτης
Save
LSJ
ἱμᾰτιο-πλύτης [
ῠ
], ου, ὁ, =
κναφεύς,
dub. in
BGU
118 iii 7 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}