ἱματίζω
ἱματίζω, to clothe
ἱμᾰτ-ίζω, fut. -ιῶ,
- furnish with clothing, UPZ 2.14 (ii B.C.), etc.:—Pass., τοῦ παιδὸς τρεφομένου καὶ -ομένου POxy. 275.14 (i A.D.); γυνὴ ἱματισμένη ἔχιδνα Secund. Sent. 8; ἱματισμένος Ev.Marc. 5.15.
ἱματίζω [ῑᾰ] vêtir, NT. Marc. 5, 15 ; Luc. 8, 35.
Étym. ἷμα.
ἱματίζω, bekleiden, NT.
ἱματίζω
ἱμᾰτίζω,
ἱμάτιον
- to clothe.