ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκάπηλος, a clothes-seller
ἱμᾰτιο-κάπηλος [κᾰ], ὁ,
- clothes-seller, Luc. Merc.Cond. 38, Pseudol. 21.
ἱματιο·κάπηλος, ου (ὁ) [ῑᾰᾰ] marchand fripier, Luc. M. cond. 38, etc.
Étym. ἱμάτιον, κάπηλος.
ἱματιοκάπηλος, ὁ, Kleiderhändler, Luc. merc.cond. 38, Pseudol. 21.
ἱματιοκάπηλος
ἱμᾰτιο-κάπηλος, ὁ,
- a clothes-seller, Luc. from ἱμάτιον