ὀλβάχιον Save LSJ Pape ὀλβάχιον, τό, Dinol. 13:—also ὀλβάχνιον, ὄλεχον, EM 257.53, 621.20; ὀλβακήϊα, Hsch.:—said to be Syracusan for ὀλάχνιον, and expld. as τὸ κανοῦν ἐν ᾧ ἀπετίθεντο τὰς οὐλάς. (β = ϝ.) ὀλβάχιον, = ὀλβακήϊον.