ὀλβιοδώτης
ὀλβιοδώτης, bestower of bliss
ὀλβιο-δώτης, ου, ὁ,
- bestower of bliss, Orph. H. 34.2:—fem. ὀλβιο-δῶτις, ιδος, ib. 40.2, etc.
ὀλβιο·δώτης, ου, adj. m. c. le préc. Orph. H. 33, 2.
Étym. ὄ. δίδωμι.
ὀλβιοδώτης, ὁ, Glückgeber, -spender, Orph. H. 23.2.