ὀλβιοδῶτις Save Bailly 2024 Pape ὀλβιο·δῶτις, ιδος, adj. f. c. le préc. Orph. H. 39, 2. ὀλβιοδῶτις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀλβιοδώτης, Orph. H. 39.2 u. öfter.