ὀλβήεις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλβ-ήεις, εσσα, εν, = ὄλβιος, Man. 4.100. ὀλβήεις, ήεσσα, ῆεν, c. ὄλβιος, Man. 4, 100. ὀλβήεις, εσσα, εν, = ὄλβιος ; πλοῦτος, Maneth. 4.100.