About Report a problem

Menu

ὀλαιμεύς

ὀλαιμεύς· ὁ (τὸ cod.) τὰς ὀλὰς βάλλων, Hsch. ὀλαιτοί· σπερμολόγοι, καὶ ὀλατοί, Id., cf. Orus ap. EM 622.9, Phot. ϝόλαμος (written γόλ-) · διωγμός, Hsch. (cf. οὐλαμός).

Saved

Recent