ὀλεσίθηρ
ὀλεσίθηρ, beast-slaying
ὀλεσί-θηρ [ῐ], ηρος, ὁ, ἡ,
- beast-slaying, ὀλεσίθηρος ὠλένας, of Cadmus, E. Ph. 664 (lyr.).
ὀλεσί·θηρ, ηρος (ὁ, ἡ) [ῐ] qui détruit les bêtes féroces, Eur. Ph. 664.
Étym. ὄλλυμι, θήρ.
ὀλεσίθηρ, ηρος, = ὀλεσίθηρος, vielleicht Eur. Phoen. 664, wenn man richtiger ὠλένας ὀλεσίθηρος vrbdt.
ὀλεσίθηρ
ὀλεσί-θηρ, ηρος, ὁ, ἡ,
- beast-slaying, Eur.