ὀλεσίθηρος Save Pape ὀλεσίθηρος, das Tier verderbend, tötend, ὃν (δράκοντα) Κάδμος ὤλεσε μαρμάρῳ κρᾶτα φόνιον ὀλεσίθηρος ὠλένας δικὼν βολαῖς, Eur. Phoen. 664. S. aber ὀλεσίθηρ.